Ευάλωτος /evˈalotos/ Adjective

English
vulnerable
中文
脆弱

Example

  • Αυτά τα γραφεία είναι εξαιρετικά ευάλωτα σε τρομοκρατική επίθεση. (Εκτεθειμένα / Αδύναμα)
  • These offices are highly vulnerable to terrorist attack.
  • Στην ασφάλεια, το «ευάλωτος» είναι ο βασικός όρος.