Λεπτομερής / Εμπεριστατωμένος /ˈθʌrəʊ/ Εξονυχιστικός

English
thorough
中文
彻底

Example

  • Ο γιατρός έκανε **εξονυχιστική** εξέταση. (Ολοκληρωτική / Λεπτομερή / Σχολαστική)
  • The doctor gave him a thorough examination.
  • Εδώ τονίζεται η ιατρική ακρίβεια και η κάλυψη όλων των σημείων.