Καρέκλα /kaˈreklɐ/ NounEnglishchair中文椅子ExampleΚάθισε στην άνετη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο.She sat in the comfortable chair by the window.Η άνεση (comfort) είναι σημαντική στην ελληνική φιλοξενία.