κατάστημα /kataˈstima/ Noun

English
store
中文
商店

Example

  • Το [κατάστημα] κλείνει στις δώδεκα το βράδυ.
  • The store closes at midnight.
  • Η λέξη 'μαγαζί' είναι πιο καθημερινή.