καταστρέφω /kata.streˈfo/ Verb
- English
- destroy
- 中文
- 摧毁
Example
- Η φωτιά κατέστρεψε ολοσχερώς το κτίριο. [ισοπεδώνω / διαλύω / αφανίζω] — Η φωτιά κατέστρεψε ολοσχερώς το κτίριο.
- The building was completely destroyed by fire.
- Χρησιμοποιούμε το αόριστο (κατέστρεψε) για ολοκληρωμένη πράξη.