Κατηγορητήριο /ka.ti.go.ri.tiˈrjo/ Noun

English
indictment
中文
控诉

Example

  • Ο υψηλός αριθμός αστέγων είναι μια καταδικαστική **κατηγορία** για το κοινωνικό μας δίχτυ ασφαλείας.
  • The high rate of homelessness is a damning indictment of our social safety net.
  • Εδώ χρησιμοποιείται μεταφορικά, σαν 'καταγγελία'.