ΚΟΣΜΗΜΑ /kosˈmima/ Noun

English
jewellery
中文
珠宝

Example

  • Κληρονόμησε τα παλιά [κοσμήματα] της γιαγιάς της.
  • She inherited her grandmother's antique jewellery.
  • Η λέξη 'κοσμήματα' καλύπτει τα πάντα, από δαχτυλίδια μέχρι κολιέ.