κυνικός /siˈnikos/ Επίθετο
- English
- cynical
- 中文
- 愤世嫉俗
Example
- Ανέπτυξε μια κυνική στάση απέναντι στην εταιρική φιλανθρωπία. (Η στάση της έγινε [κυνική] απέναντι στην εταιρική φιλανθρωπία.)
- She developed a cynical attitude toward corporate charity.
- Εδώ τονίζεται η έλλειψη πίστης στα «καλά» κίνητρα.