Μείωση /miˈoːsi/ Noun
- English
- reduction
- 中文
- 减少
Example
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε **μείωση** (ελάττωση / συρρίκνωση / υποχώρηση) των φόρων.
- The government announced a reduction in taxes.
- Η «μείωση» είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος για οικονομικά θέματα.