μελάνι /meˈlani/ Ουσιαστικό

English
ink
中文
墨水

Example

  • Ο εκτυπωτής έχει τελειώσει το μαύρο [μελάνι].
  • The printer is low on black ink.
  • Η πιο συνηθισμένη χρήση σήμερα, συνδεδεμένη με την τεχνολογία.