Μέτρηση /meˈtrizi] NounEnglishmeasurement中文衡量ExampleΤο μετρικό σύστημα είναι ένα πρότυπο [μέτρηση] (ακρίβειας / σταθερότητας / αναφοράς) για όλους.The metric system is a standard of measurement.Η 'μέτρηση' εδώ είναι ο θεσμοθετημένος κανόνας.