Μέτρο / Μετρώ /ˈmɛtro/ Ουσιαστικό

English
measure
中文
衡量

Example

  • Η κυβέρνηση εισήγαγε αυστηρά μέτρα ασφαλείας. [Συγκρατημένη κίνηση / Σοβαρή απόφαση / Αναγκαία ενέργεια] — της: The government introduced strict safety measures.
  • The government introduced strict safety measures.
  • Το 'μέτρο' εδώ είναι η επίσημη ενέργεια.