μπερδεμένος /kənˈfjuːzd/ Adjective
- English
- confused
- 中文
- 困惑
Example
- Είμαι τόσο μπερδεμένος με τις νέες ρυθμίσεις του AI, που νιώθω σαν να έπεσα σε κακογραμμένο σενάριο Netflix. (απορημένος / χαμένος / μπερδεμένος)
- I'm confused—could you explain that again?
- Η χρήση του 'μπερδεμένος' είναι η πιο άμεση και καθημερινή.