Μυθοπλασία /mi.θo.plaˈsi.a/ Noun

English
fiction
中文
虚构

Example

  • Η Μαρία γράφει βραβευμένη μυθοπλασία — του: Η Μαρία γράφει βραβευμένη λογοτεχνία (πλασματικότητα / φανταστικό έργο).
  • She writes award-winning fiction.
  • Το 'μυθοπλασία' είναι ο πιο ουδέτερος όρος.