τρελό /menˈtal/ ΕπίθετοEnglishmental中文精神的 / 疯狂的ExampleΗ [νοητική] ικανότητα να μαθαίνεις μια νέα γλώσσα είναι συναρπαστική.The mental process of learning a new language is fascinating.Εδώ τονίζεται η ικανότητα του εγκεφάλου.