Ωκεανός /o.ke.aˈnos/ Noun

English
ocean
中文
海洋

Example

  • Το πλοίο βυθίστηκε στα βάθη του [ωκεανού] (βυθίζω / βυθίσω / βυθίζομαι) — της [αβύσσου] / [πρόσκαιρου] / [απείρου].
  • The ship was dredged from the depths of the ocean.
  • Η λέξη 'αβύσσου' δίνει μια ποιητική αίσθηση βάθους.