όμηρος /ˈo.mi.ros/ Noun
- English
- hostage
- 中文
- 人质
Example
- Η αστυνομία διαπραγματεύτηκε για την απελευθέρωση των ομήρων (απελευθέρωση / απελευθέρωση / απελευθέρωση) — της: The police negotiated for the release of the hostages.
- The police negotiated for the release of the hostages.
- Το «όμηρος» είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.