φυσικός/βιολογικός φυσικός/βιολογικός Adjective
- English
- organic
- 中文
- 有机
Example
- Προτιμούμε μόνο γάλα και αυγά [βιολογικά / φυσικά / αυτοφυή] — η διαφορά στη γεύση είναι τεράστια.
- We only stock organic milk and eggs.
- Στην καθημερινότητα, το 'βιολογικός' είναι ο κυρίαρχος όρος για τα τρόφιμα.