Αναστολή / Πάγκος /stɔːl/ NounEnglishstall中文停滞ExampleΔουλεύει σε ένα **περίπτερο** στην πλατεία.He works on a market stall in the Square.Το 'περίπτερο' δίνει έμφαση στην κατασκευή/δομή.