ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ /pe.riˈθo.ri.o/ Noun

English
margin
中文
余地

Example

  • Γράψε τις απαντήσεις σου στο αριστερό **περιθώριο**.
  • Please write your answers in the left-hand margin.
  • Το «αριστερό περιθώριο» είναι η πιο συχνή αναφορά.