πίνω / ποτό /ˈpino/ Noun

English
drink
中文
喝 (hē)

Example

  • Μπορώ να πάρω ένα ποτήρι νερό (ένα δροσερό (νερό / υγρό / χυμό));
  • Can I have a drink of water?
  • Το 'δροσερό' προσθέτει μια ζεστή, φιλόξενη χροιά.