Πιστοποιητικό /pisti.ti.fiˈtiko/ Noun

English
certificate
中文
证书

Example

  • Πήρε το [πιστοποιητικό] για την ολοκλήρωση του σεμιναρίου.
  • She received a certificate for completing the course.
  • Εδώ το 'πιστοποιητικό' είναι το φυσικό έγγραφο.