ποικίλος /pociˈlos/ Adjective
- English
- varied
- 中文
- 多样化
Example
- Η διατροφή περιλαμβάνει μια **ποικίλη** γκάμα φρούτων και λαχανικών.
- The diet consists of a varied range of fruits and vegetables.
- Το «ποικίλη» εδώ τονίζει την ποικιομορφία των ειδών, όχι απλώς τον αριθμό.