πολυτέλεια /politeˈlʲa/ Adjective

English
luxury
中文
奢华

Example

  • Έκλεισαν μια [απαράμιλλη / χλιδάτη / φίνα] σουίτα για την επέτειό τους.
  • They booked a luxury suite for their anniversary.
  • Το 'απαράμιλλη' τονίζει την έλλειψη ανταγωνισμού.