Πρωί /proˈi/ Noun

English
morning
中文
早上

Example

  • Έφυγαν για Ισπανία νωρίς το [πρωί] (Αυγή / Λάμψη / Ξημέρωμα).
  • They left for Spain early this morning.
  • Το 'νωρίς το πρωί' είναι η πιο συχνή έκφραση.