Προσδοκία /prozdoˈkʲia/ NounEnglishexpectation中文期望ExampleΗ προσδοκία (προσδοκία / αναμονή / ελπίδα) για μια προαγωγή τη διατήρησε κινητοποιημένη.The expectation of a promotion kept her motivated.Εδώ η προσδοκία είναι η κινητήριος δύναμη.