ψυχολογικός /psi.xo.loˈʝi.kos/ Adjective
- English
- psychological
- 中文
- 心理
Example
- Η ψυχολογική ανάπτυξη των παιδιών είναι ένα σύνθετο πεδίο. [Ψυχολογική / Πνευματική / Νοητική] — της ανάπτυξης.
- The psychological development of children is a complex field.
- Εδώ τονίζεται η εξέλιξη των εσωτερικών διεργασιών.