στέλνω /ˈstelnɔ/ Verb

English
send
中文
发送

Example

  • Εκείνη έστειλε ένα γράμμα υποστήριξης στον φίλο της (αποστέλλω / προωθώ / διαβιβάζω).
  • She sent a letter of support to her friend.
  • Το 'Στέλνω' είναι η πιο ζεστή και άμεση επιλογή.