Στήριξη /stiˈriksi/ NounEnglishsupport中文支持ExampleΥπάρχει ισχυρή δημόσια [στήριξη] (ενίσχυση / συμπαράσταση) για τη νέα πολιτική.There is strong public support for the new policy.Η 'στήριξη' είναι η πιο ζεστή επιλογή εδώ.