Στόχος /ˈsto.xos/ NounEnglishgoal中文目标ExampleΚεφαλιά με δύναμη και [στόχος] (αποτέλεσμα / σκοπός / τέρμα) σε κενή εστία.He headed the ball into an open goal.Στον αθλητισμό, το 'τερμα' είναι πιο συγκεκριμένο, αλλά το 'στόχος' είναι γενικότερο.