Εγχειρίδιο /eʝchiˈriðio/ Noun

English
textbook
中文
教科书

Example

  • Το **σχολικό βιβλίο** της Βιολογίας ανανεώνεται κάθε τρία χρόνια.
  • The biology textbook is updated every three years.
  • Το 'σχολικό βιβλίο' είναι η πιο κοινή, καθημερινή επιλογή.