Σύνταγμα /siːnˈdaɣma/ Noun
- English
- constitution
- 中文
- 宪法
Example
- Το δικαίωμα στην ψήφο κατοχυρώνεται στο **Σύνταγμα** (Θεμελιώδης Χάρτης / Καταστατικό / Βασικός Νόμος) — του: The right to vote is protected under the constitution.
- The right to vote is protected under the constitution.
- Το Σύνταγμα είναι το 'ιερό κείμενο' της Δημοκρατίας.