Αποσύρομαι / Βγαίνω στη σύνταξη /aposíro̞me/ NounEnglishretirement中文退休ExampleΑπολαμβάνει τη [συνταξιοδότηση] της στην εξοχή.She is enjoying her retirement in the countryside.Η 'συνταξιοδότηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.