Ευέλικτη κίνηση / Τακτική /taktikós/ Επίθετο
- English
- tactical
- 中文
- 战术性
Example
- Ο προπονητής έκανε μια **τακτική** αλλαγή στη σύνθεση της ομάδας. (Στρατηγικός / Σχεδιαστικός / Μεθοδικός) — του: Ο προπονητής έκανε μια τακτική αλλαγή στη σύνθεση της ομάδας.
- The coach made a tactical change to the lineup.
- Εδώ τονίζεται η άμεση, μεθοδική παρέμβαση.