Τηγάνι / Panάρω (Κριτική) /pæn/ NounEnglishpan中文平底锅 / 严厉批评ExampleΖέστανε το λάδι σε ένα μεγάλο **τηγάνι**.Heat the oil in a large pan.Το 'τηγάνι' είναι η πιο άμεση και καθημερινή λέξη.