όλοι /ˈolʲi/ Pronoun

English
everyone
中文
每个人 (Měi ge rén)

Example

  • Όλοι (χειροκρότησαν / επευφήμησαν / ενθουσιάστηκαν) όταν η ομάδα κέρδισε.
  • Everyone cheered when the team won.
  • Το 'όλοι' είναι η πιο συχνή και ζεστή επιλογή.