Εκπαιδεύω /ekpɛðˈevɔ/ Noun

English
train
中文
火车

Example

  • Το τρένο έφτασε στον σταθμό ακριβώς στην ώρα του, σαν χρονόμετρο.
  • The train arrived at the station exactly on time.
  • Η ακρίβεια είναι βασικό χαρακτηριστικό του σιδηροδρόμου.