Βάρδια / Μετατόπιση /ʃɪft/ Noun

English
shift
中文
转变

Example

  • Μόλις ξεκίνησε την [μετατόπιση: αλλαγή / βάρδια / μετακίνηση] της στο νοσοκομείο.
  • She just started her shift at the hospital.
  • Εδώ το 'βάρδια' είναι το πιο φυσικό.