Υπέροχο /iˈperoxo/ Adjective

English
wonderful
中文
美妙

Example

  • Αυτή είναι μια υπέροχη ευκαιρία να επενδύσουμε σε νέες αγορές.
  • This is a wonderful opportunity to invest in new markets.
  • Το 'υπέροχη' εδώ τονίζει την αξία της ευκαιρίας.