ξανθός /ksanˈθa/ Adjective

English
blonde
中文
金色的

Example

  • Είχε μακριά ξανθά μαλλιά που λαμπύριζαν στο φως.
  • She had long blonde hair that shimmered in the light.
  • Το 'λαμπύριζαν' δίνει μια ζεστή, φωτεινή εικόνα.