ξύλινος /ˈksilinos/ Adjective

English
wooden
中文
木质

Example

  • Κράτησε τα κοσμήματά της σε ένα μικρό ξύλινο σεντούκι.
  • She kept her jewelry in a small wooden chest.
  • Η λέξη 'ξύλινο' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.