Υιοθετώ /ʝo.θeˈto/ Verb
- English
- adopt
- 中文
- 领养 / 采纳
Example
- Αποφάσισαν να [υιοθετήσω (αγκαλιάζω / δέχομαι / παίρνω)] ένα παιδί μετά από χρόνια αναμονής.
- They decided to adopt a child after years of waiting.
- Στην περίπτωση παιδιού, το 'υιοθετώ' είναι το νομικό και συναισθηματικό ρήμα.